αἰχμαλωτίζομαι

αἰχμαλωτίζω
take prisoner
pres ind mp 1st sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιχμαλωτίζομαι — αιχμαλωτίζομαι, αιχμαλωτίστηκα, αιχμαλωτισμένος βλ. πίν. 34 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • συναλίσκομαι — Α 1. αιχμαλωτίζομαι μαζί με άλλους 2. (για ψάρια ή ζώα) πιάνομαι στο δίχτυ μαζί με άλλον. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + ἁλίσκομαι «αιχμαλωτίζομαι, συλλαμβάνομαι»] …   Dictionary of Greek

  • αλίσκομαι — ἁλίσκομαι (Α) ελλειπτικό παθητικό ρήμα που έχει ως ενεργητικό το αἱρῶ* (το ἁλίσκω μόνο στην παροιμία «ἐλέφας μῦν οὐχ ἁλίσκει») 1. (για πρόσωπα, τόπους, πράγματα) κυριεύομαι, συλλαμβάνομαι, αιχμαλωτίζομαι, πέφτω στα χέρια τού εχθρού 2. (για ζώα)… …   Dictionary of Greek

  • κατειλωτίζομαι — (Α) (κατά το λεξ. Σούδα (μόνο μτχ. η παθ. παρακμ.) «κατειλωτισμένος καταδεδουλωμένος». [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + εἰλωτίζομαι «αιχμαλωτίζομαι, δουλώνομαι» (< εἴλως, τος)] …   Dictionary of Greek

  • παραδίνω — παράδωσα, παραδόθηκα, παραδομένος (προστ. αορ. παραδώσου, παραδοθείτε) 1. δίνω κάτι ως επιστροφή ή για φύλαξη: Παράδωσε ο ίδιος την επιστολή στον παραλήπτη. 2. παραχωρώ κυριότητα ή χρήση ακινήτου: Ο εργολάβος έχει τη συμβατική υποχρέωση να μου… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.